Τι σημαίνει έντεχνο
Ο όρος «έντεχνο λαϊκό τραγούδι» περιγράφει μια μορφή τραγουδιού όπου η σύνθεση, ο ποιητικός ή λογοτεχνικός στίχος και η λαϊκή οργανική ηχητική συνυπάρχουν. Το ποίημα δεν λειτουργεί απλώς ως αφορμή για μια μελωδία: οι λέξεις, ο ρυθμός τους και το νόημά τους επηρεάζουν τη μουσική γραφή. Ο συνθέτης οργανώνει τη μελωδία και την αρμονία, ενώ όργανα όπως το μπουζούκι και η κιθάρα μεταφέρουν τη μουσική φράση και στηρίζουν τη φωνή. Η ποιητική έκφραση προκύπτει από τη σχέση λόγου, ερμηνείας και συνοδείας, όχι από ένα μεμονωμένο όργανο ή ένα συγκεκριμένο ύφος φωνής. Για να αναγνωρίσετε το είδος, εξετάστε τι προηγείται: το ποίημα και η σύνθεση πρέπει να βρίσκονται στον πυρήνα του τραγουδιού.
Σύνθεση και ποίηση
Στο έντεχνο λαϊκό τραγούδι, συνθέτης είναι εκείνος που μετατρέπει έναν ποιητικό ή λογοτεχνικό στίχο σε ολοκληρωμένο μουσικό έργο. Η μελοποίηση δεν σημαίνει ότι προστίθενται απλώς νότες σε κάθε λέξη. Απαιτεί επιλογές για τη μελωδική πορεία, τον ρυθμό, τις παύσεις και την αρμονική κίνηση, ώστε η μουσική να αναδεικνύει το νόημα και τη φυσική εκφορά του κειμένου.
Ο συνθέτης ακούει τον τονισμό και το μέτρο του στίχου πριν αποφασίσει πού θα κορυφωθεί η φράση ή πού θα χρειαστεί ανάσα. Μια μακρά συλλαβή μπορεί να απλωθεί σε περισσότερες νότες, ενώ μια σύντομη λέξη να αποδοθεί με κοφτή ρυθμική κίνηση. Η αρμονία μπορεί να προσθέσει ένταση σε έναν στίχο ή να αφήσει χώρο στη φωνή, χωρίς να καλύπτει τις λέξεις. Αυτές οι τεχνικές επιλογές συνδέουν τη σύνθεση μουσικής με την ποιητική δημιουργία.
Η μουσική ερμηνεία και η λογοτεχνία συναντώνται όταν το τραγούδι διατηρεί αναγνωρίσιμο το κείμενο και ταυτόχρονα του δίνει μουσική μορφή. Δεν απαιτείται κάθε τραγούδι να έχει γραφτεί πάνω σε ήδη δημοσιευμένο ποίημα· μπορεί να χρησιμοποιεί λογοτεχνικό στίχο που έχει δημιουργηθεί για μελοποίηση. Καθοριστικό είναι να υπάρχει ουσιαστική σχέση ανάμεσα στις λέξεις και στις μουσικές αποφάσεις: η μελωδία, ο ρυθμός και η αρμονία να υπηρετούν το περιεχόμενο του στίχου.
Ένα πρακτικό τεστ αναγνώρισης είναι να ρωτήσετε τι προηγείται στη δημιουργική διαδικασία. Αν προηγούνται το ποίημα και η σύνθεση, και η ενορχήστρωση αναπτύσσει τη μεταξύ τους σχέση, βρίσκεστε στον πυρήνα του είδους. Αν το κείμενο μπαίνει εκ των υστέρων ως απλό υλικό πάνω σε μια έτοιμη μουσική φόρμα, αυτό το βασικό κριτήριο δεν πληρούται. Η ταυτότητα του τραγουδιού, επομένως, δεν κρίνεται μόνο από τη φωνή ή τον ήχο του, αλλά από την προτεραιότητα του λόγου και της συνθετικής επεξεργασίας.
Λαϊκά όργανα
Τα λαϊκά όργανα προσφέρουν αναγνωρίσιμο ηχόχρωμα, αλλά ο ρόλος τους είναι και πρακτικός: μεταφέρουν τη μελωδία, διαμορφώνουν τον ρυθμό και στηρίζουν τον στίχο χωρίς να ανταγωνίζονται τη φωνή. Η επιλογή και ο συνδυασμός τους αλλάζουν ανάλογα με τη σύνθεση και την ενορχήστρωση.
- Το μπουζούκι μπορεί να παρουσιάσει τη βασική μελωδία με διακριτές πενιές και σύντομες απαντήσεις ανάμεσα στις φωνητικές φράσεις, αφήνοντας χώρο να ακουστούν καθαρά οι λέξεις.
- Η κιθάρα στηρίζει συχνά την αρμονία με συγχορδίες και σταθερό ρυθμικό παλμό, ενώ η ένταση του παιξίματος προσαρμόζεται στις συλλαβές και στις αναπνοές του τραγουδιστή.
- Το λαούτο μπορεί να συνδυάσει αρμονική συνοδεία με μελωδικά περάσματα, προσθέτοντας όγκο στο σύνολο χωρίς να αλλάζει την πρωτοκαθεδρία του ποιητικού στίχου.
- Ο μπαγλαμάς, με τον πιο λεπτό ήχο του σε σχέση με το μπουζούκι, μπορεί να ενισχύσει τις ρυθμικές απαντήσεις ή να διπλασιάσει μια σύντομη μελωδική φράση.
- Το ακορντεόν προσφέρει συνεχείς αρμονικές νότες και μελωδική υποστήριξη, ενώ οι αλλαγές στις συγχορδίες του μπορούν να υπογραμμίσουν τη μετάβαση από στροφή σε ρεφρέν.
Κανένα όργανο δεν έχει έναν υποχρεωτικό ρόλο σε κάθε τραγούδι. Το μπουζούκι μπορεί να πάρει τη μελωδία σε μια οργανική εισαγωγή και να περιοριστεί σε σύντομες φράσεις όταν αρχίζει ο στίχος· η κιθάρα μπορεί να κρατήσει την αρμονική βάση, με διαφορετική ένταση ή ρυθμική αγωγή. Η διάταξη αυτή βοηθά να παραμένουν ευδιάκριτα τόσο το μουσικό θέμα όσο και οι λέξεις.
Η χρήση λαϊκών οργάνων επιλέγεται επειδή συνδέει τη σύνθεση με ηχοχρώματα και τεχνικές που ταιριάζουν στη συγκεκριμένη μουσική γραφή. Δεν αρκεί, ωστόσο, να ακουστεί μπουζούκι για να χαρακτηριστεί ένα τραγούδι έντεχνο. Σημασία έχει αν η οργανική συνοδεία υπηρετεί τη μελωδία και τον στίχο, και αν αποτελεί μέρος μιας σύνθεσης που έχει σχεδιαστεί σε σχέση με το ποιητικό κείμενο.
Όχι κατάλογος ερμηνευτών
Το έντεχνο είναι είδος τραγουδιού, όχι κατάλογος ερμηνευτών, δισκογραφική λίστα ή πρόγραμμα νυχτερινού κέντρου. Ο χαρακτηρισμός αφορά τον τρόπο με τον οποίο συνδέονται ο στίχος, η σύνθεση και η χρήση λαϊκών οργάνων· δεν αποδίδεται αυτομάτως σε κάθε τραγούδι επειδή το ερμηνεύει ένας συγκεκριμένος τραγουδιστής. Ένα πρόγραμμα μπορεί να περιλαμβάνει έντεχνα έργα, αλλά η σειρά των ονομάτων ή των τραγουδιών δεν ορίζει το είδος. Για πρακτική αναγνώριση, ελέγξτε αν προηγούνται το ποίημα και η μουσική σύνθεση και αν τα όργανα στηρίζουν αυτά τα δύο στοιχεία.
Επιτάφιος και η διάλεξη του 1949
Η ιστορία της έντεχνης μουσικής αποτυπώνεται σε έργα και δημόσιες παρεμβάσεις που φωτίζουν διαφορετικές όψεις της δημιουργίας. Η συνάντηση ποιητικού λόγου και μουσικής σύνθεσης δίνει στο τραγούδι μορφή που συνδέει τη γραφή με την ερμηνεία. Η συζήτηση για το ρεμπέτικο έφερε στο προσκήνιο τη θέση του λαϊκού τραγουδιού ως καλλιτεχνικής έκφρασης. Η διεθνής διάκριση ενός τραγουδιού προσθέτει μια τρίτη όψη, διαφορετική από την αναγνώριση μιας ολόκληρης μουσικής ταινίας.
Ο Επιτάφιος του Θεοδωράκη
Ο Γιάννης Ρίτσος έγραψε το ποίημα «Επιτάφιος» το 1936. Το 1958 ο Μίκης Θεοδωράκης το μελοποίησε, μεταφέροντας τον ποιητικό λόγο σε μουσική σύνθεση. Η γνωστή ηχογράφηση του 1960 περιλαμβάνει τη φωνή του Γρηγόρη Μπιθικώτση και μπουζούκι. Οι χρονολογίες διακρίνουν τρία στάδια: τη δημιουργία του ποιήματος, τη μελοποίησή του και την ηχογραφημένη εκδοχή του τραγουδιού.
Στον «Επιτάφιο», η σχέση ποίηματος και σύνθεσης βρίσκεται στον πυρήνα του έργου: οι στίχοι του Ρίτσου αποτελούν το λεκτικό υλικό, ενώ η μουσική του Θεοδωράκη τους δίνει τραγουδιστή μορφή. Η φωνή του Μπιθικώτση μεταφέρει τον λόγο ως ερμηνεία, και το μπουζούκι προσφέρει τον οργανικό ήχο που ακούγεται στην ηχογράφηση. Δεν πρόκειται απλώς για ποίημα που συνοδεύεται από όργανο· η μουσική και ποίηση συνυπάρχουν σε ένα έργο όπου η σύνθεση οργανώνει την παρουσία των στίχων και η εκτέλεση τους κάνει ακουστούς ως τραγούδι.
Η συγκεκριμένη ακολουθία δείχνει πώς ένα γραπτό ποίημα μπορεί να περάσει στη σκηνική και ηχητική εμπειρία χωρίς να χάσει τη λογοτεχνική του αφετηρία. Στην ηχογράφηση του 1960, η φωνή και το μπουζούκι συγκροτούν τα αναφερόμενα στοιχεία της ερμηνείας, ενώ η μελοποίηση συνδέει το ποίημα με τη μουσική μορφή του. Έτσι, ο «Επιτάφιος» αποτελεί σαφές παράδειγμα συνάντησης ποιητικού κειμένου, σύνθεσης και λαϊκού οργάνου.
Η διάλεξη του Χατζιδάκι
Στις 31 Ιανουαρίου 1949, ο Μάνος Χατζιδάκις έδωσε διάλεξη στο Θέατρο Τέχνης με τίτλο «Ερμηνεία και θέση του σύγχρονου λαϊκού τραγουδιού (ρεμπέτικο)». Η τοποθέτησή του αντιμετώπισε το ρεμπέτικο ως σοβαρή μορφή λαϊκού τραγουδιού και όχι ως είδος που στερείται καλλιτεχνικής αξίας. Με αυτή τη δημόσια παρέμβαση, το ζήτημα της ερμηνείας και της θέσης του ρεμπέτικου τέθηκε σε χώρο θεατρικής και καλλιτεχνικής συζήτησης. Η διάλεξη αποτελεί συγκεκριμένο σταθμό στην αναγνώριση του λαϊκού τραγουδιού ως αντικειμένου ουσιαστικής μουσικής προσέγγισης.
Το τραγούδι του 1961
Το τραγούδι «Τα παιδιά του Πειραιά» προέρχεται από την ταινία «Ποτέ την Κυριακή» του 1960 και κέρδισε το Όσκαρ καλύτερου πρωτότυπου τραγουδιού το 1961. Η διάκριση αφορούσε το τραγούδι, όχι ολόκληρη τη μουσική της ταινίας. Η διάκριση αυτή αφορά ένα συγκεκριμένο τραγούδι και δεν πρέπει να συγχέεται με βραβείο για το συνολικό μουσικό έργο μιας κινηματογραφικής παραγωγής. Μαζί με την ποιητική μελοποίηση του «Επιταφίου» και τη δημόσια υπεράσπιση του ρεμπέτικου, η βράβευση δείχνει το εύρος του είδους: ποίηση και μπουζούκι, δημόσια αναγνώριση του λαϊκού τραγουδιού και διεθνής αναγνώριση ενός τραγουδιού.
Καθιστή σκηνή, όχι πίστα
Η καθιστή συναυλία οργανώνει την αίθουσα γύρω από την ακρόαση: οι θέσεις στρέφονται προς τη σκηνή και η φωνή παραμένει στο επίκεντρο. Η διάταξη αυτή ευνοεί την παρακολούθηση του στίχου, των μουσικών αποκρίσεων και των αλλαγών στην ενορχήστρωση. Το μέγεθος του συνόλου μπορεί να ποικίλλει, από φωνή με ένα όργανο έως ορχήστρα, χωρίς να αλλάζει ο ακουστικός προσανατολισμός της βραδιάς. Αντίθετα, η λαϊκή πίστα και η ρεμπέτικη ταβέρνα έχουν διαφορετική χωρική οργάνωση και διαφορετική σχέση με την κίνηση του κοινού. Η διάκριση αφορά τη μορφή της παρουσίασης, όχι το αν ακούγεται μπουζούκι ή κάποιο άλλο λαϊκό όργανο.
Καθιστή συναυλία
Σε μια καθιστή συναυλία, οι καρέκλες ή τα τραπέζια τοποθετούνται με φορά προς τη σκηνή, ώστε το βλέμμα και η ακοή να συγκεντρώνονται στους μουσικούς. Δεν χρειάζεται να υπάρχει διάδρομος για χορό μπροστά από το πάλκο· ο διαθέσιμος χώρος εξυπηρετεί την πρόσβαση στις θέσεις και την καθαρή οπτική επαφή με τον τραγουδιστή. Η ακουστική προτεραιότητα είναι σαφής: η φωνή πρέπει να διακρίνεται από τα όργανα, ενώ οι δυνατές κορυφώσεις δεν πρέπει να καλύπτουν τις λέξεις.
Η ισορροπία αυτή εξαρτάται τόσο από την αίθουσα όσο και από τη ρύθμιση της ενίσχυσης. Σε μικρό χώρο, η υπερβολική ένταση από τα ηχεία μπορεί να θολώσει τα σύμφωνα και να κάνει τον στίχο δυσανάγνωστο· σε μεγαλύτερη αίθουσα, η φωνή χρειάζεται ομοιόμορφη κάλυψη χωρίς να ακούγεται αποκομμένη από τα όργανα. Η θέση των ηχείων, η απόσταση από τις πρώτες σειρές και ο έλεγχος της αντήχησης επηρεάζουν το αποτέλεσμα.
Το κοινό παρακολουθεί συνήθως καθισμένο, με την προσοχή στραμμένη στην ερμηνεία και στις μεταβάσεις ανάμεσα στα τραγούδια. Η σιωπή κατά τη διάρκεια ενός χαμηλόφωνου κουπλέ επιτρέπει να ακουστεί καθαρά η ποιητική έκφραση, ενώ το χειροκρότημα ανάμεσα στα κομμάτια δεν διακόπτει τη μουσική φράση. Η διάταξη της αίθουσας, επομένως, δεν είναι απλώς πρακτική επιλογή: υποστηρίζει μια παρουσίαση όπου ο στίχος, η φωνή και η μουσική ερμηνεία γίνονται αντιληπτά ως ενιαίο σύνολο.
Μικρό σύνολο ή ορχήστρα
Το μικρό σχήμα μπορεί να στηριχθεί σε φωνή και μπουζούκι ή κιθάρα. Ο τραγουδιστής μεταφέρει τον στίχο, ενώ το όργανο αναλαμβάνει την αρμονική βάση, την εισαγωγή και σύντομες απαντήσεις ανάμεσα στις φράσεις. Με λίγες ηχητικές πηγές, κάθε αλλαγή στην ένταση ή στον ρυθμό γίνεται άμεσα αντιληπτή. Ο μουσικός μπορεί να χαμηλώσει το παίξιμο κάτω από μια λέξη ή να αφήσει χώρο πριν από την επόμενη στροφή, διατηρώντας καθαρή τη φωνή χωρίς πυκνή ενορχήστρωση.
Σε μεγαλύτερη ορχήστρα, οι ρόλοι κατανέμονται σε περισσότερα όργανα. Έγχορδα μπορούν να στηρίξουν μακριές μελωδικές γραμμές, πνευστά να προσθέσουν χρώμα ή να διπλασιάσουν ένα θέμα και κρουστά να ορίσουν πιο έντονα τον παλμό. Η ενορχήστρωση αποκτά περισσότερα επίπεδα και μεγαλύτερες δυναμικές αντιθέσεις: από ένα αραιό πέρασμα μέχρι μια πλήρη κορύφωση. Για να παραμένει κατανοητός ο στίχος, τα όργανα δεν χρειάζεται να παίζουν όλα με την ίδια ένταση και πυκνότητα σε κάθε σημείο.
Οι τεχνικές προσαρμογές εξαρτώνται από το μέγεθος και την ακουστική της αίθουσας. Σε μικρό σύνολο, η ισορροπία μπορεί να επιτευχθεί με προσεκτική θέση των μουσικών και διακριτική ενίσχυση της φωνής. Σε ορχήστρα, απαιτούνται ξεχωριστή ρύθμιση των μικροφώνων, έλεγχος των χαμηλών συχνοτήτων και συνεννόηση για το πότε υποχωρούν τα όργανα κάτω από το τραγούδι. Η ένταση δεν πρέπει να ισοπεδώνει τις αποχρώσεις της ερμηνείας.
Καμία από τις δύο διαμορφώσεις δεν ορίζει από μόνη της την αισθητική της σκηνής. Το μικρό σχήμα προσφέρει άμεση σχέση ανάμεσα στη φωνή και στο όργανο, ενώ η ορχήστρα διευρύνει τις δυνατότητες της σύνθεσης και της δυναμικής. Και στις δύο περιπτώσεις, η επιτυχία της παρουσίασης εξαρτάται από το αν η ενορχήστρωση υπηρετεί τη φωνή και αφήνει τον στίχο να ακούγεται καθαρά.
Γιατί δεν είναι πίστα
Η πίστα οργανώνεται με προτεραιότητα τον χορό: αφήνει ελεύθερο δάπεδο μπροστά από τους μουσικούς και συνδέει τη μουσική με την κίνηση και την έντονη σκηνική δράση. Σε ένα πρόγραμμα με ύστερο μέρος που λειτουργεί ως μουσικό θέαμα, η ένταση και ο ρυθμός μπορούν να υπηρετούν τη συμμετοχή του κοινού περισσότερο από την παρακολούθηση κάθε στίχου. Η καθιστή συναυλία, αντίθετα, κρατά τις θέσεις στραμμένες προς τη σκηνή και τον στίχο στο κέντρο της ακρόασης.
| Μορφή | Χώρος και σχήμα | Κύρια έμφαση |
|---|---|---|
| Έντεχνο κονσέρτο | Καθιστές θέσεις προς τη σκηνή· από φωνή με μπουζούκι ή κιθάρα έως ορχήστρα | Ακρόαση, ευδιάκριτος στίχος και ενορχηστρωτικές αποχρώσεις |
| Λαϊκή πίστα | Ελεύθερος χώρος για χορό μπροστά από το πάλκο· ενισχυμένο μουσικό σχήμα | Χορός, ρυθμική ένταση και ύστερο σκηνικό θέαμα |
| Ρεμπέτικη ταβέρνα | Μικρός χώρος· τρίο μουσικών | Άμεση, οικεία εκτέλεση γύρω από τραπέζια και κοινό κοντά στους μουσικούς |
Η ταβέρνα δεν ταυτίζεται με τη μεγάλη πίστα: το μικρό της μέγεθος και η διάταξη γύρω από τραπέζια φέρνουν το κοινό κοντά σε ένα τρίο, χωρίς να απαιτείται εκτεταμένο δάπεδο χορού ή μεγάλη σκηνική παραγωγή. Οι μορφές μπορεί να μοιράζονται όργανα και ρεπερτοριακές αναφορές, αλλά διαφέρουν στον τρόπο με τον οποίο προσκαλούν το κοινό να συμμετάσχει. Το ίδιο μπουζούκι μπορεί να ακουστεί σε όλες· στο έντεχνο κονσέρτο η συμβατική σχέση είναι κυρίως η ακρόαση, ενώ στην πίστα προτάσσεται ο χορός.
Συχνές ερωτήσεις για το έντεχνο
Οι συχνές απορίες για το έντεχνο αφορούν τη σχέση του με το λαϊκό τραγούδι και τον τρόπο που συνδέονται λόγος και μουσική. Σημασία έχει τόσο η επιλογή των οργάνων όσο και η σύνθεση που οργανώνει το υλικό. Η ιστορική αναφορά στον «Επιτάφιο» φωτίζει αυτή τη σύνδεση μέσα από συγκεκριμένες χρονολογίες και ηχογραφήσεις. Η μορφή της σκηνής, τέλος, επηρεάζει το πώς ακούγονται η ερμηνεία και ο στίχος.
Το έντεχνο είναι λαϊκό;
Όχι, δεν ταυτίζεται με το λαϊκό τραγούδι ως είδος, παρότι συχνά χρησιμοποιεί λαϊκά όργανα. Το μπουζούκι ή άλλα όργανα με λαϊκή προέλευση αποτελούν μέρος της ενορχήστρωσης, όχι από μόνα τους τον ορισμό του τραγουδιού. Καθοριστικό ρόλο έχουν η σύνθεση, η δομή και το ποίημα ή ο στίχος που οργανώνει τη μουσική ερμηνεία. Αυτή η έμφαση στη μουσική και ποίηση το διακρίνει από ένα πρόγραμμα που στηρίζεται κυρίως στον χορό και στη διασκέδαση της πίστας. Ένα τραγούδι μπορεί, επομένως, να έχει λαϊκό ηχόχρωμα και ταυτόχρονα να ανήκει σε διαφορετική καλλιτεχνική προσέγγιση.
Τι είναι ο Επιτάφιος;
Ο «Επιτάφιος» είναι ο κύκλος τραγουδιών του Γιάννη Ρίτσου, με ποιήματα του 1936, που μελοποίησε ο Μίκης Θεοδωράκης το 1958 και ηχογραφήθηκε το 1960 με τον Γρηγόρη Μπιθικώτση και μπουζούκι. Η διαδρομή από το ποίημα στη σύνθεση δείχνει πώς ένας ποιητικός λόγος μπορεί να αποκτήσει ρυθμό και μελωδική μορφή χωρίς να χάσει το βάρος των λέξεων. Η ηχογράφηση του 1960 συνδέει αυτή την προσέγγιση με λαϊκό ηχόχρωμα και αναγνωρίσιμη φωνητική ερμηνεία. Οι χρονολογίες περιγράφουν διαφορετικά στάδια του έργου: τη γραφή των ποιημάτων, τη μελοποίηση και την ηχογράφηση.
Σε ποια σκηνή ταιριάζει;
Ταιριάζει σε καθιστή συναυλία, όπου το κοινό μπορεί να παρακολουθεί την ερμηνεία και να ακούει καθαρά τον στίχο. Ένα μικρό σύνολο αφήνει χώρο στη φωνή και στις λεπτομέρειες της ενορχήστρωσης, ενώ μια ορχήστρα προσφέρει μεγαλύτερο ηχητικό εύρος και περισσότερα επίπεδα δυναμικής. Και στις δύο περιπτώσεις, η ισορροπία ανάμεσα στη φωνή και στα όργανα είναι ουσιαστική, επειδή το νόημα δεν βρίσκεται μόνο στη μελωδία. Η καθιστή διάταξη υποστηρίζει την προσεκτική ακρόαση, σε αντίθεση με μια πίστα που προσανατολίζεται στον χορό. Η επιλογή του σχήματος εξαρτάται από το αν η παρουσίαση αναδεικνύει τη λεπτομέρεια ή τη συνολική ορχηστρική ένταση.
Ποιοι καλλιτέχνες παίζουν τώρα;
Δεν καταγράφονται τρέχοντες καλλιτέχνες ή ημερομηνίες συναυλιών. Η πληροφορία αφορά το έντεχνο ως μουσικό είδος και τις μορφές παρουσίασής του, όχι ένα ενημερωμένο ημερολόγιο εκδηλώσεων. Έτσι, η έμφαση βρίσκεται στη σχέση σύνθεσης και ποιητικού λόγου, καθώς και στο πώς αυτή μεταφέρεται στη σκηνή. Για μια συγκεκριμένη εμφάνιση χρειάζεται να ελεγχθεί το πρόγραμμα του χώρου ή του διοργανωτή, επειδή τα ονόματα και οι ημερομηνίες μεταβάλλονται. Η διάκριση είναι πρακτική: άλλο η περιγραφή της καλλιτεχνικής προσέγγισης και άλλο η ανακοίνωση μιας ζωντανής συναυλίας.