Τι είναι το λαϊκό τραγούδι
Το λαϊκό τραγούδι διαμορφώθηκε ως κυρίαρχη μορφή της ελληνικής αστικής μουσικής μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η ιστορική του πορεία συνδέεται με το ρεμπέτικο, χωρίς τα δύο να αποτελούν ένα ενιαίο και αμετάβλητο σώμα τραγουδιών. Η λέξη «λαϊκά» χρησιμοποιείται σήμερα τόσο για ένα συγκεκριμένο μουσικό ρεπερτόριο όσο και ως όρος αναζήτησης για σχετικά τραγούδια και μουσικές βραδιές. Η εξέλιξη του είδους φαίνεται μέσα από τις αλλαγές στις θεματικές, στη γλώσσα και στη σχέση του με το κοινό. Ιστορικά πρόσωπα βοηθούν να κατανοηθεί η μετάβαση, αλλά η μουσική μορφή είναι ευρύτερη από κάθε κατάλογο ερμηνευτών.
Μετά το ρεμπέτικο
Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, το λαϊκό τραγούδι άρχισε να αποκτά ευρύτερη απήχηση και έγινε κυρίαρχο στην ελληνική αστική μουσική ζωή. Η μετάβαση δεν έγινε σε μία συγκεκριμένη χρονιά: στα τέλη της δεκαετίας του 1940 συνυπήρχαν παλαιότερες ρεμπέτικες φόρμες και νεότερες συνθέσεις, ενώ στη δεκαετία του 1950 το νέο ρεπερτόριο απέκτησε σαφέστερη παρουσία. Το ρεμπέτικο τοποθετείται συνήθως έως περίπου το 1950, με έργα και τρόπους έκφρασης που συνέχισαν να επηρεάζουν τη μεταπολεμική μουσική.
Η ανάπτυξη του λαϊκού έγινε πάνω σε αυτή την κληρονομιά, αλλά δεν σημαίνει ότι πρόκειται για το ίδιο σώμα τραγουδιών με διαφορετική ονομασία. Το ρεμπέτικο συνδέθηκε με συγκεκριμένες αστικές εμπειρίες και θεματικές, ενώ το μεταπολεμικό ρεπερτόριο διεύρυνε το πεδίο των ιστοριών και απευθύνθηκε σε διαφορετικά κοινωνικά ακροατήρια. Μεταβλήθηκαν επίσης η στιχουργική γλώσσα, οι συνθετικές επιλογές και οι τρόποι με τους οποίους τα τραγούδια κυκλοφορούσαν και γίνονταν γνωστά. Δεν υπάρχει, ωστόσο, ένα απόλυτο χρονικό σύνορο που να χωρίζει κάθε τραγούδι της μιας κατηγορίας από την άλλη.
Η διάκριση αφορά κυρίως την ιστορική περίοδο και το σύνολο του ρεπερτορίου, όχι μια απλή κατάταξη με βάση το συναίσθημα ή την καταγωγή ενός δημιουργού. Ένα τραγούδι μπορεί να διατηρεί στοιχεία παλαιότερης αστικής μουσικής και ταυτόχρονα να ανήκει στη μεταπολεμική εξέλιξη. Γι’ αυτό η δεκαετία του 1950 λειτουργεί ως σημείο αναφοράς για την εδραίωση του λαϊκού, όχι ως ημερομηνία που εξαφανίζει μονομιάς το ρεμπέτικο.
Η λέξη λαϊκά
Στην καθημερινή χρήση, «λαϊκά» σημαίνει κυρίως τα τραγούδια που εντάσσονται στο ρεπερτόριο του λαϊκού είδους. Η λέξη λειτουργεί ως σύντομη ονομασία μουσικής κατηγορίας και όχι ως ακριβής περιγραφή της κοινωνικής προέλευσης κάθε τραγουδιού. Δεν σημαίνει αυτομάτως κάθε μουσική που θεωρείται παραδοσιακή ή κάθε τραγούδι με μεγάλη απήχηση· παραπέμπει σε αναγνωρίσιμη ιστορική και μουσική παράδοση με μεταπολεμική εξέλιξη.
Ως όρος αναζήτησης, το «λαϊκά» είναι ευρύς: μπορεί να χρησιμοποιηθεί από κάποιον που ψάχνει τραγούδια ενός είδους, ηχογραφήσεις ή πληροφορίες για τη μουσική τους ταυτότητα. Η αναζήτηση δεν προσδιορίζει από μόνη της περίοδο, ύφος ή συγκεκριμένο ρεπερτόριο. Για παράδειγμα, άλλο είναι να αναζητά κανείς παλαιότερα λαϊκά τραγούδια και άλλο να θέλει να βρει γενικά μουσικές βραδιές με λαϊκό πρόγραμμα. Η λέξη δηλώνει την κατεύθυνση, ενώ πρόσθετοι όροι ορίζουν καλύτερα τι ακριβώς αναζητείται.
Στον κύκλο των νυχτερινών μαγαζιών, «λαϊκά» περιγράφει συνήθως το είδος του προγράμματος και το ύφος των τραγουδιών που περιλαμβάνει. Η χρήση αυτή είναι πρακτική, όχι αυστηρά ιστορική: ένα πρόγραμμα μπορεί να συνδυάζει τραγούδια διαφορετικών δεκαετιών και επιμέρους αποχρώσεων. Έτσι, η ίδια λέξη λειτουργεί άλλοτε ως όνομα μουσικού ρεπερτορίου και άλλοτε ως καθημερινή ένδειξη για το περιεχόμενο μιας μουσικής βραδιάς.
Όχι λίστα τραγουδιστών
Τα ιστορικά ονόματα έχουν αξία όταν φωτίζουν αλλαγές στη σύνθεση, στη στιχουργία και στην πορεία του ρεπερτορίου, όχι όταν μετατρέπονται σε κατάλογο προσώπων. Ο Βασίλης Τσιτσάνης (1915–1984) αποτελεί χαρακτηριστική ιστορική γέφυρα ανάμεσα στη ρεμπέτικη αστική έκφραση και στη διαμόρφωση του μεταπολεμικού λαϊκού τραγουδιού.
Η κατανόηση του είδους δεν εξαρτάται από το ποιος εμφανίζεται σε μια συγκεκριμένη περίοδο, αλλά από τα μουσικά και πολιτισμικά γνωρίσματα που διαμόρφωσαν το ρεπερτόριό του. Τα ονόματα ερμηνευτών και τα σύγχρονα καστ αλλάζουν ανά πρόγραμμα και χρονιά· δεν ορίζουν από μόνα τους τη μορφή της μουσικής. Το θέμα είναι το λαϊκό τραγούδι ως ιστορική και μουσική κατηγορία, όχι ένας κατάλογος τραγουδιστών.
Τετράχορδο και ορχήστρα
Η αλλαγή στο μπουζούκι και στη σύνθεση του συνόλου διαμόρφωσε τον ήχο του λαϊκού τραγουδιού από τα μέσα του 20ού αιώνα. Το τετράχορδο προσφέρει διαφορετικές δυνατότητες σε συγχορδίες, μελωδικές γραμμές και συνοδεία. Δίπλα στη φωνή, τα έγχορδα και τα ρυθμικά όργανα μοιράζονται διακριτούς ρόλους. Η ηλεκτρική ενίσχυση επιτρέπει σε αυτά τα μέρη να ακούγονται μαζί σε έναν μεγάλο χώρο.
Γιατί άλλαξε το όργανο
Το τετράχορδο μπουζούκι, κουρδισμένο από τη χαμηλότερη προς την υψηλότερη χορδή Ντο–Φα–Λα–Ρε (C–F–A–D), έγινε το κύριο όργανο του λαϊκού μετά τα μέσα της δεκαετίας του 1950. Η διάταξη των τεσσάρων χορδών διευκολύνει την αρμονική συνοδεία και επιτρέπει στο όργανο να λειτουργεί τόσο ως μελωδικός σολίστας όσο και ως μέρος μιας μεγαλύτερης μπάντας.
- Αρμονία: Η διάταξη των χορδών επιτρέπει πρακτικές θέσεις συγχορδιών, ώστε ο εκτελεστής να εναλλάσσει μελωδικά γεμίσματα και αρμονική στήριξη χωρίς να αλλάζει όργανο.
- Έκταση: Οι τέσσερις χορδές δίνουν πρόσβαση σε διαφορετικές περιοχές του οργάνου και διευκολύνουν τη μετάβαση από χαμηλότερες συνοδευτικές νότες σε ψηλότερες φράσεις.
- Τεχνική: Η διάταξη προσφέρει περισσότερες δυνατότητες για συγχορδιακά χτυπήματα και γρήγορα περάσματα, ενώ η πένα διατηρεί καθαρή άρθρωση μέσα σε πυκνό μουσικό σύνολο.
- Ρόλος στην μπάντα: Το μπουζούκι μπορεί να απαντά στη φωνή με σύντομες φράσεις, να παρουσιάζει την κύρια μελωδία ή να κρατά ρυθμική συνοδεία ανάλογα με το μέρος.
- Εναλλαγή λειτουργιών: Σε ένα τραγούδι ο εκτελεστής μπορεί να περάσει από εισαγωγικό σόλο σε επαναλαμβανόμενο μοτίβο, αφήνοντας χώρο για τη φωνή και τα υπόλοιπα όργανα.
- Προσαρμογή στην ενορχήστρωση: Η μεγαλύτερη αρμονική ευχέρεια βοηθά το μπουζούκι να συνυπάρχει με κιθάρα και μπάσο, αντί να περιορίζεται αποκλειστικά στη μελωδική γραμμή.
- Ηχητική παρουσία: Η καθαρή επίθεση της πένας και οι διακριτές μελωδικές φράσεις κάνουν το όργανο αναγνωρίσιμο, ακόμη κι όταν συμμετέχουν πολλά μέρη ταυτόχρονα.
Η αλλαγή δεν αφορά μόνο έναν επιπλέον δρόμο ή μια διαφορετική αίσθηση στο χέρι. Το τετράχορδο διευρύνει τις πρακτικές επιλογές του εκτελεστή και διευκολύνει τη συμμετοχή του μπουζουκιού σε σύνθετη ενορχήστρωση.
Τυπικό σύνολο
Στο τυπικό λαϊκό σύνολο, η φωνή βρίσκεται στο προσκήνιο και τα όργανα αναλαμβάνουν συνοδεία, ρυθμό και μελωδικές απαντήσεις. Η σύνθεση δεν είναι απόλυτα σταθερή: μπορεί να υπάρχει ένα μπουζούκι ή περισσότερα, ενώ κιθάρα, μπάσο και ντραμς σχηματίζουν τον βασικό κορμό. Ανάλογα με την ενορχήστρωση, προστίθεται ακορντεόν ή βιολί.
| Κριτήριο | Τρίο ρεμπέτικου | Λαϊκή ορχήστρα |
|---|---|---|
| Μέγεθος σχηματισμού | Συνήθως τρεις εκτελεστές, με τη φωνή να μπορεί να αναλαμβάνεται από μέλος του σχήματος. | Συνήθως πέντε ή περισσότεροι εκτελεστές, ανάλογα με τον αριθμό των μπουζουκιών και των πρόσθετων οργάνων. |
| Όργανα | Συχνός πυρήνας: μπουζούκι, κιθάρα και μπαγλαμάς. | Φωνή, ένα ή περισσότερα μπουζούκια, κιθάρα, μπάσο και ντραμς· συχνά προστίθεται ακορντεόν ή βιολί. |
| Ρόλος μπουζουκιού | Κρατά κεντρικό μελωδικό και συνοδευτικό ρόλο, σε άμεση σχέση με τα λίγα υπόλοιπα όργανα. | Μοιράζεται τις μελωδικές φράσεις και τις απαντήσεις με τη φωνή, ενώ άλλα όργανα στηρίζουν αρμονία και ρυθμό. |
| Ένταση και πυκνότητα | Πιο περιορισμένος αριθμός ηχητικών μερών, με ευδιάκριτη ακουστική αλληλεπίδραση. | Περισσότερα ταυτόχρονα μέρη και δυνατότητα για υψηλότερη ένταση σε μεγάλο χώρο. |
Η διαφορά δεν βρίσκεται μόνο στον αριθμό των μουσικών, αλλά και στον καταμερισμό των λειτουργιών. Στο μικρό σχήμα, κάθε όργανο καλύπτει συχνά περισσότερους από έναν ρόλους· στην ορχήστρα, η κιθάρα και το μπάσο στηρίζουν την αρμονία, τα ντραμς οριοθετούν τον παλμό και το μπουζούκι ξεχωρίζει με μελωδικές φράσεις. Η προσθήκη ακορντεόν ή βιολιού αλλάζει το χρώμα της ενορχήστρωσης χωρίς να καταργεί τον βασικό κορμό. Το ακορντεόν μπορεί να προσφέρει συνεχή αρμονική στήριξη, ενώ το βιολί προσθέτει μελωδικές γραμμές με διαφορετική χροιά από την πένα του μπουζουκιού.
Ενίσχυση στο κέντρο
Σε μια πίστα ή σε κέντρο, το μπουζούκι ενισχύεται ηλεκτρικά ώστε να ακούγεται καθαρά μαζί με φωνή, κιθάρα, μπάσο και ντραμς. Η λήψη γίνεται με μικρόφωνο ή με ηλεκτρικό σύστημα του οργάνου, ανάλογα με τον εξοπλισμό και τις συνθήκες της εμφάνισης. Το σήμα περνά από κονσόλα και ηχεία, όπου ρυθμίζονται η στάθμη και η ισορροπία του με τα υπόλοιπα μέρη. Η σωστή ρύθμιση διατηρεί την επίθεση της πένας ευκρινή χωρίς να καλύπτει τη φωνή. Όταν η ένταση του μπουζουκιού είναι υπερβολική, οι γρήγορες φράσεις μπορεί να γίνουν σκληρές και να θολώσει η συνολική ισορροπία. Αντίθετα, χαμηλή στάθμη αποδυναμώνει τις μελωδικές απαντήσεις και δυσκολεύει την ακρόασή τους μέσα στον ρυθμικό όγκο των ντραμς και του μπάσου. Η ενίσχυση δεν αφορά μόνο την αύξηση της έντασης. Η ρύθμιση των μεσαίων συχνοτήτων βοηθά να διακρίνεται το χαρακτηριστικό ηχόχρωμα του μπουζουκιού, ενώ η κατάλληλη θέση του μικροφώνου ή του οργάνου περιορίζει ανεπιθύμητους μικροφωνισμούς. Οι μόνιτορ σκηνής επιτρέπουν στους μουσικούς να ακούν τις φράσεις και τον ρυθμό τους χωρίς να βασίζονται αποκλειστικά στον ήχο που φτάνει από τα ηχεία της αίθουσας. Το αποτέλεσμα είναι ήχος μπάντας, όχι απλώς ένα μεμονωμένο μπουζούκι που ακούγεται πιο δυνατά. Η φωνή, οι συγχορδίες της κιθάρας, η γραμμή του μπάσου και ο παλμός των ντραμς σχηματίζουν κοινό ηχητικό σύνολο, ενώ το μπουζούκι διατηρεί προβεβλημένο σολιστικό ρόλο.
Η πίστα ως σκηνή του λαϊκού
Στα νυχτερινά κέντρα, η πίστα δεν λειτουργεί απλώς ως σημείο μπροστά από την ορχήστρα· καθορίζει τον τρόπο με τον οποίο οργανώνεται η βραδιά. Το πρόγραμμα λαμβάνει υπόψη την κίνηση του κοινού, τη διάταξη των τραπεζιών και τις εναλλαγές ανάμεσα στο τραγούδι, τον χορό και το σερβίρισμα. Η έναρξη γίνεται συχνά κοντά στα μεσάνυχτα, διαφορετικά από μια καθιστική συναυλία με προκαθορισμένη ώρα. Στην καθημερινή χρήση, οι όροι «σκυλάδικο» και «μπουζούκια» περιγράφουν πλευρές της νυχτερινής διασκέδασης, όχι αξιολογήσεις της μουσικής. Η μορφή αυτή συνδυάζει ζωντανή ορχήστρα, τραπέζια και χώρο για χορό, με ιδιαίτερη ροή μέσα στη νύχτα.
Τι κοιτάει το πρόγραμμα
Ένα πρόγραμμα για χώρο με πίστα οργανώνει μαζί την εμφάνιση της ορχήστρας και τις ανάγκες των θαμώνων. Βασικά σημεία είναι η θέση των τραπεζιών, η ροή των τραγουδιών και ο διαθέσιμος χρόνος για χορό.
- Κατεύθυνση προς τον χορευτικό χώρο: οι θέσεις και τα τραπέζια προσανατολίζονται έτσι ώστε οι παρευρισκόμενοι να βλέπουν την ορχήστρα και να έχουν πρόσβαση στην πίστα.
- Διάταξη τραπεζιών: οι αποστάσεις ανάμεσα στις σειρές χρειάζεται να επιτρέπουν την κίνηση των σερβιτόρων, χωρίς να αποκλείουν την πορεία όσων κατευθύνονται προς τον χώρο χορού.
- Ροή τραγουδιών: οι εναλλαγές σε ρυθμό και ένταση μπορούν να αφήνουν περιθώρια για χορό, ενώ οι πιο ήρεμες στιγμές δίνουν ανάσα στη συνολική βραδιά.
- Χρόνος για χορό: η σειρά των τραγουδιών και τα διαστήματα ανάμεσα στα μέρη της εμφάνισης επηρεάζουν το πότε γεμίζει και πότε αδειάζει ο χώρος.
- Σερβίρισμα φαγητού: επειδή στο τραπέζι συνήθως προσφέρεται φαγητό, η ώρα και η διάρκεια του σερβιρίσματος συντονίζονται με τις μουσικές ενότητες.
- Σερβίρισμα ποτού: η εξυπηρέτηση οργανώνεται ώστε να γίνεται όσο το δυνατόν πιο ομαλά, χωρίς να διακόπτει την ορατότητα προς την ορχήστρα ή την κίνηση στην πίστα.
Τα παραπάνω δεν αντιστοιχούν σε μία ενιαία διάταξη για όλα τα κέντρα· ο διαθέσιμος χώρος και η θέση της σκηνής μεταβάλλουν τις επιλογές. Το πρακτικό ζητούμενο είναι να συνυπάρχουν η ορατότητα, η εξυπηρέτηση και ο χορός χωρίς να εμποδίζει το ένα το άλλο.
Ώρα έναρξης
Σε ένα νυχτερινό κέντρο, η έναρξη του προγράμματος γίνεται συχνά κοντά στα μεσάνυχτα, ενώ η προσέλευση μπορεί να έχει αρχίσει νωρίτερα. Η ώρα αυτή είναι συνήθης πρακτική και όχι σταθερός κανόνας: η διάρκεια του πρώτου μέρους, η ημέρα και η λειτουργία του χώρου επηρεάζουν το πότε εμφανίζεται η ορχήστρα.
Η καθιστική συναυλία λειτουργεί διαφορετικά. Η ανακοινωμένη ώρα έναρξης αφορά την προγραμματισμένη εμφάνιση, και οι θεατές συνήθως κάθονται με κατεύθυνση προς τη σκηνή. Σε μια βραδιά με πίστα, η διασκέδαση απλώνεται γύρω από τραπέζια και χορευτικό χώρο, οπότε το κοινό δεν παρακολουθεί απαραίτητα με τον ίδιο τρόπο ούτε συγκεντρώνεται όλο σε μία θέση.
Η διαφορά είναι χρήσιμη όταν συγκρίνεται μια πρόσκληση για συναυλία με μια έξοδο σε νυχτερινό κέντρο: η αναγραφόμενη ώρα δεν σημαίνει πάντα ότι οι δύο μορφές αρχίζουν και εξελίσσονται με τον ίδιο ρυθμό. Για την πίστα, η συνηθισμένη έναρξη γύρω στα μεσάνυχτα περιγράφει τη γενική εικόνα, όχι εγγυημένη ώρα για κάθε βραδιά.
Σκυλάδικο ως είδος, όχι ως ύβρις
Ο όρος «σκυλάδικο» χρησιμοποιείται για έναν τύπο εμπορικού λαϊκού νυχτερινού μαγαζιού, με ζωντανή ορχήστρα και μπουζούκια. Περιγράφει έναν τρόπο νυχτερινής διασκέδασης που συνδέει τραγούδι, τραπέζια και χορευτικό χώρο· δεν αποτελεί από μόνος του μουσική κριτική ούτε τεχνικό χαρακτηρισμό της εκτέλεσης.
Η λέξη ανήκει στη λαϊκή ομιλία και, ανάλογα με τον τόνο και τα συμφραζόμενα, μπορεί να ακουστεί προσβλητική. Η χρήση της ως περιγραφής ενός είδους μαγαζιού διαφέρει από τη χρήση της για να μειώσει ανθρώπους ή μουσικές προτιμήσεις. Γι’ αυτό έχει σημασία να ξεχωρίζει κανείς την περιγραφή του χώρου από την αξιολόγηση όσων εμφανίζονται ή τον επισκέπτονται.
Και η λέξη «μπουζούκια» έχει ευρύτερη καθημερινή σημασία: ως όρος αναζήτησης παραπέμπει συχνά στον κύκλο των νυχτερινών κέντρων και όχι αποκλειστικά στο μουσικό όργανο. Το νόημα γίνεται σαφέστερο από τα συμφραζόμενα, όπως όταν γίνεται λόγος για έξοδο, τραπέζι ή ζωντανό πρόγραμμα.
Στα τραπέζια μπορεί να σερβίρεται ποτό μαζί με φαγητό, ενώ η μουσική και ο χορός εξελίσσονται στον ίδιο χώρο. Η κατανάλωση αλκοόλ αφορά αποκλειστικά ενηλίκους. Έτσι, ο όρος περιγράφει μια εμπορική μορφή νυχτερινού κέντρου και όχι έναν τρόπο να υποτιμηθεί το λαϊκό ρεπερτόριο ή το κοινό του.
Συχνές ερωτήσεις για το λαϊκό τραγούδι
Οι απορίες γύρω από το λαϊκό τραγούδι αφορούν τις μουσικές του συγγένειες και την παρουσίασή του σε ζωντανούς χώρους.
Λαϊκό και ρεμπέτικο είναι το ίδιο;
Όχι, το λαϊκό τραγούδι και το ρεμπέτικο δεν είναι το ίδιο μουσικό είδος. Το ρεμπέτικο συνδέεται κυρίως με αστικά περιβάλλοντα των αρχών του 20ού αιώνα, ενώ το μεταπολεμικό λαϊκό τραγούδι αναπτύχθηκε αργότερα, σε διαφορετικές κοινωνικές και μουσικές συνθήκες. Διαφέρει και η οργανική του εικόνα: στις παλαιότερες εκτελέσεις του ρεμπέτικου συναντώνται συχνά μπουζούκι και μπαγλαμάς, ενώ στις μεταγενέστερες λαϊκές παραγωγές διευρύνεται η ενορχήστρωση. Διακριτό γνώρισμα του ρεμπέτικου είναι η στενή σύνδεσή του με αστικές παρέες και χώρους διασκέδασης.
Ποιο μπουζούκι παίζει στο λαϊκό;
Στο λαϊκό τραγούδι παίζει κυρίως το τετράχορδο μπουζούκι, με κούρδισμα C–F–A–D. Οι τέσσερις χορδές επιτρέπουν στον οργανοπαίκτη να εκτελεί μελωδικές φράσεις και να στηρίζει αρμονικά το τραγούδι μέσα στην ορχήστρα. Σε σχέση με το παλαιότερο τρίχορδο, το τετράχορδο προσφέρει διαφορετική διάταξη και μεγαλύτερη ευχέρεια σε αρμονικές κινήσεις και περάσματα. Η επιλογή του συνδέεται με τον λειτουργικό ρόλο του οργάνου στη σύγχρονη λαϊκή εκτέλεση.
Τι είναι η πίστα;
Η πίστα είναι ο χορευτικός χώρος του νυχτερινού κέντρου. Βρίσκεται συνήθως μπροστά από τη σκηνή ή κοντά στους μουσικούς, ώστε να υπάρχει ελεύθερος χώρος για χορό και κίνηση. Σε αντίθεση με μια καθιστική συναυλία, όπου το κοινό παρακολουθεί κυρίως από τις θέσεις του, στην πίστα η συμμετοχή γίνεται και με τον χορό. Το ζεϊμπέκικο, για παράδειγμα, εκτελείται ατομικά και αξιοποιεί τον διαθέσιμο χώρο, ενώ τα τραπέζια παραμένουν διακριτά από τη χορευτική ζώνη.
Ποιοι τραγουδούν φέτος;
Η σελίδα δεν περιλαμβάνει κατάλογο τραγουδιστών για φέτος. Δεν δημοσιεύονται εδώ προγράμματα νυχτερινών κέντρων, ονόματα καλλιτεχνών ή στοιχεία για συγκεκριμένες σεζόν. Τα σχήματα και οι εμφανίσεις μπορεί να αλλάζουν ανά χώρο και χρονική περίοδο, γι’ αυτό ένας κατάλογος χωρίς σαφή ημερομηνία δεν αποτυπώνει απαραίτητα την τρέχουσα κατάσταση. Η πληροφορία που παρέχεται αφορά το λαϊκό τραγούδι ως μουσική και πολιτισμική μορφή, όχι τις τρέχουσες κρατήσεις ή τις εμφανίσεις καλλιτεχνών.