Αρχική » Μπουζούκι

Μπουζούκι

Το όργανο, όχι τα μαγαζιά

Το μπουζούκι είναι ελληνικό μακρυμάνικο, ταστοφόρο λαούτο, φτιαγμένο για παίξιμο με πένα. Η μορφή του συνδυάζει σκαφτό σκάφος, μεταλλικές χορδές και τάστα πάνω σε μακρύ μπράτσο. Τα μέρη αυτά συνεργάζονται: το σκάφος ενισχύει τον ήχο, ενώ η πένα και οι διπλές σειρές χορδών δίνουν τον χαρακτηριστικό, καθαρό και λαμπερό του χαρακτήρα. Η ομοιότητα του ονόματος με την κιθάρα ή με τα νυχτερινά κέντρα δεν σημαίνει ότι πρόκειται για το ίδιο πράγμα. Στη συνέχεια, το ενδιαφέρον περνά στις χορδές και στα κουρδίσματα.

Σκάφος, τάστα, πένα

Το μπουζούκι είναι μακρυμάνικο λαούτο με συγκεκριμένα μέρη που καθορίζουν τόσο τον τρόπο παιξίματος όσο και τον ήχο του.

  • Το σκαφτό σκάφος σχηματίζεται από ξύλινες φέτες ενωμένες σε καμπύλη κοιλότητα. Η εσωτερική του επιφάνεια συμβάλλει στην αντήχηση και στην προβολή του ήχου.
  • Το καπάκι κλείνει το σκάφος και πάλλεται όταν δονούνται οι χορδές. Η δόνησή του μεταφέρει τον ήχο στον αέρα και επηρεάζει την ένταση και τη χροιά.
  • Τα μεταλλικά τάστα χωρίζουν το μπράτσο σε διαδοχικές θέσεις. Όταν το δάχτυλο πιέζει τη χορδή πίσω από ένα τάστο, το ενεργό μήκος της μικραίνει και ακούγεται ψηλότερη νότα.
  • Οι μεταλλικές χορδές περνούν σε διπλές σειρές, που αποκαλούνται ζεύγη. Η κοινή κρούση των δύο χορδών κάθε σειράς κάνει τον ήχο πιο γεμάτο και ενισχύει τη λαμπερή χροιά.
  • Η πένα χτυπά τις χορδές με σύντομη, άμεση κίνηση. Η δύναμη και η κατεύθυνση της κρούσης μεταβάλλουν την ένταση και την άρθρωση, ενώ η αντήχηση του σκάφους διαμορφώνει το τελικό άκουσμα.

Το χαρακτηριστικό ηχόχρωμα προκύπτει από τη συνεργασία των μεταλλικών χορδών, των διπλών σειρών και του σκαφτού αντηχείου.

Γιατί δεν είναι κιθάρα

Η συνηθισμένη κιθάρα έχει επίπεδη πλάτη και έξι μονές χορδές, ενώ το μπουζούκι διαθέτει σκαφτό σκάφος και χορδές οργανωμένες σε διπλές σειρές. Διαφέρουν επίσης στη συνολική κατασκευή και στη χροιά που παράγουν, ακόμη κι όταν παίζουν την ίδια μελωδία. Το ιρλανδικό μπουζούκι είναι συγγενικό ως προς την οικογένεια των μακρυμάνικων λαούτων, αλλά έχει δική του κατασκευαστική και παικτική παράδοση. Συχνά κουρδίζεται σολ–ρε–λα–ρε, διαφορετικά από τα καθιερωμένα κουρδίσματα του ελληνικού οργάνου.

Γιατί δεν είναι μπουζούκια

Στην καθομιλουμένη, «μπουζούκια» λέγονται συχνά τα νυχτερινά κέντρα όπου εμφανίζονται τραγουδιστές και μουσικά σχήματα, καθώς και τα προγράμματά τους. Η λέξη, σε αυτή τη χρήση, περιγράφει χώρο διασκέδασης και όχι το μουσικό όργανο· εδώ δεν απαριθμούνται κέντρα ή προγράμματα. Για τα χαρακτηριστικά του οργάνου, η συνέχεια αφορά τις χορδές και τα κουρδίσματα.

Τρίχορδο και τετράχορδο

Οι δύο βασικοί τύποι μπουζουκιού διαφέρουν στον αριθμό των σειρών, στο κούρδισμα και στον τρόπο με τον οποίο οργανώνονται οι διαθέσιμες νότες. Στο τρίχορδο, οι τρεις σειρές σχηματίζουν μια διάταξη που εξυπηρετεί ιδιαίτερα τη μελωδική κίνηση και τα χαρακτηριστικά μοτίβα του ρεμπέτικου. Το τετράχορδο προσθέτει μία σειρά και προσφέρει διαφορετικές δυνατότητες για μελωδία και συγχορδίες. Η καθιέρωση του κουρδίσματός του συνδέεται με τη μουσική και την οργανοποιητική δραστηριότητα του Μανώλη Χιώτη στα μέσα της δεκαετίας του 1950.

Τρίχορδο ρε-λα-ρε

Το τρίχορδο μπουζούκι έχει τρεις σειρές χορδών, οι οποίες συνήθως αποτελούνται από δύο χορδές η καθεμία· συνολικά, το όργανο έχει έξι χορδές. Το συνηθισμένο κούρδισμα, από τη χαμηλή προς την ψηλή σειρά, είναι D–A–D, δηλαδή ρε–λα–ρε. Η ονομασία «τρίχορδο» περιγράφει τις τρεις σειρές και όχι τον αριθμό των μεμονωμένων χορδών.

Στη χαμηλή σειρά οι δύο χορδές κουρδίζονται συνήθως σε οκτάβα: η μία στο D3 και η άλλη στο D4. Η μεσαία σειρά A και η ψηλή D είναι κατά κανόνα σε ταυτοφωνία, δηλαδή αποδίδουν την ίδια νότα στην ίδια οκτάβα. Αυτή η διάταξη δίνει στη χαμηλή σειρά διπλή χροιά, ενώ οι δύο ψηλότερες προσφέρουν καθαρό, σταθερό σημείο αναφοράς για τη μελωδία.

Η κοντινή σχέση των τριών σειρών κάνει πρακτική τη μεταφορά μιας φράσης από τη μία περιοχή του μπράτσου στην άλλη. Ο παίκτης μπορεί να δουλέψει μελωδικές γραμμές και επαναλαμβανόμενα μοτίβα χωρίς να χρειάζεται να διαχειριστεί την επιπλέον σειρά του τετράχορδου. Στην εκτέλεση δρόμων, η διάταξη D–A–D επιτρέπει να συνδέονται οι νότες της φράσης με κινήσεις που παραμένουν άνετες κάτω από τα δάχτυλα, καθώς η πένα εναλλάσσεται ανάμεσα στις τρεις σειρές.

Ο οκταβικός διπλασιασμός της χαμηλής σειράς ακούγεται ιδιαίτερα στις χαμηλές νότες και στις καταλήξεις, όπου το D3 μαζί με το D4 προσθέτει εύρος στη χροιά. Για τη μελωδική προσέγγιση του ρεμπέτικου, το τρίχορδο προσφέρει μια άμεση σχέση ανάμεσα στο κούρδισμα, στις φράσεις και στα συνηθισμένα μοτίβα, χωρίς να αλλάζει η βασική του διάταξη.

Τετράχορδο ντο-φα-λα-ρε

Το τετράχορδο έχει τέσσερις σειρές, συνήθως με δύο χορδές ανά σειρά, άρα οκτώ χορδές συνολικά. Το συνηθισμένο κούρδισμα από τη χαμηλή προς την ψηλή σειρά είναι C–F–A–D, δηλαδή ντο–φα–λα–ρε. Οι δύο χαμηλές σειρές, C και F, κουρδίζονται σε οκτάβες, ενώ οι A και D συνήθως σε ταυτοφωνία.

Διάταξη σειρών και λειτουργία στο κούρδισμα C–F–A–D
ΣειρέςΧορδέςΚούρδισμαΠοιες σειρές είναι οκτάβεςΤι διευκολύνει
Τρίχορδο: χαμηλή, μεσαία, ψηλή6, συνήθως 2 ανά σειράD–A–DΗ χαμηλή σειρά D· οι A και D είναι ταυτοφωνίεςΜελωδικές φράσεις και μοτίβα σε τρεις σειρές
Τετράχορδο: C και F4 στις δύο χαμηλές σειρέςC–FΚαι οι δύο σειρές, συνήθως με μία χορδή ανά οκτάβαΧαμηλές μελωδικές νότες και ευρύτερη κίνηση
Τετράχορδο: A και D4 στις δύο ψηλές σειρέςA–DΚαμία συνήθως· οι χορδές κάθε σειράς είναι σε ταυτοφωνίαΜελωδία στις ψηλές θέσεις και σχηματισμούς συγχορδιών

Τα διαστήματα ανάμεσα στις διαδοχικές σειρές είναι τέταρτη από C σε F, μεγάλη τρίτη από F σε A και τέταρτη από A σε D. Η ίδια ακολουθία διαστημάτων εμφανίζεται στις τέσσερις ψηλότερες χορδές της κιθάρας, D–G–B–E, αλλά το κούρδισμα του τετράχορδου βρίσκεται έναν τόνο χαμηλότερα: C–F–A–D.

Η αντιστοιχία με την κιθάρα αφορά τη διάταξη των διαστημάτων και όχι την ταυτότητα των οργάνων ή την ίδια δακτυλοθεσία σε κάθε μουσικό πλαίσιο. Επιτρέπει, ωστόσο, σε κιθαρίστες να αναγνωρίζουν ευκολότερα τη λογική των σχέσεων ανάμεσα στις σειρές. Η επιπλέον χαμηλή περιοχή μπορεί να στηρίξει μελωδικές γραμμές, ενώ η διάταξη των τεσσάρων σειρών δίνει περισσότερες δυνατότητες για συγχορδιακούς σχηματισμούς. Το τρίχορδο συνδέεται ιδιαίτερα με τη ρεμπέτικη μελωδική γραμμή, ενώ το τετράχορδο εξυπηρετεί συχνά τη λαϊκή αρμονία· πολλοί παίκτες, πάντως, χρησιμοποιούν το τετράχορδο και για τα δύο.

Τι άλλαξε στα μέσα του 1950

Στα μέσα της δεκαετίας του 1950, ο Μανώλης Χιώτης (1920–1970) συνέβαλε καθοριστικά στην καθιέρωση του τετράχορδου μπουζουκιού με κούρδισμα C–F–A–D. Η συνεργασία του με οργανοποιούς συνδέθηκε με την εξέλιξη του οργάνου και με την υιοθέτηση της τετράσειρης διάταξης στο λαϊκό τραγούδι. Το νέο κούρδισμα έδωσε στον εκτελεστή μία επιπλέον σειρά και διαφορετικές δυνατότητες για την οργάνωση μελωδιών και συνοδείας.

Πριν επικρατήσει το C–F–A–D, είχε γίνει και πρώιμη δοκιμή του E–B–G–D. Η δοκιμή αυτή δείχνει ότι η αναζήτηση κουρδίσματος για τετράχορδο μπουζούκι δεν περιορίστηκε εξαρχής σε μία μόνο διάταξη, παρότι το C–F–A–D έγινε η καθιερωμένη μορφή. Η αλλαγή δεν σημαίνει ότι ο Χιώτης δημιούργησε από το μηδέν τα τετράχορδα όργανα: τετράχορδα άλλων ειδών υπήρχαν ήδη. Η ιστορική συμβολή του αφορά την καθιέρωση της συγκεκριμένης μορφής στο μπουζούκι και τη διάδοσή της μέσα από τη μουσική πράξη της εποχής.

Μπαγλαμάς, τζουράς και δρόμοι

Δίπλα στο μπουζούκι, ο μπαγλαμάς και ο τζουράς ξεχωρίζουν κυρίως από το μέγεθος και τον ήχο τους. Η ρεμπέτικη μελωδία κινείται μέσα από δρόμους με συγκεκριμένο μελωδικό χαρακτήρα, όχι μόνο μέσα από τις γενικές κατηγορίες ματζόρε και μινόρε. Η πένα διαμορφώνει επίσης τον ήχο, ιδιαίτερα όταν παράγει τρέμολο σε μια παρατεταμένη νότα. Τα όργανα, οι μελωδικοί δρόμοι και η τεχνική της πένας συνδέονται στην πράξη, αλλά καθένα έχει διακριτό ρόλο.

Τα μικρά όργανα

Ο μπαγλαμάς και ο τζουράς ανήκουν στην ίδια οικογένεια με το τρίχορδο μπουζούκι, αλλά διαφέρουν αισθητά στο μέγεθος. Ο μικρότερος μπαγλαμάς είναι ιδιαίτερα φορητός, ενώ ο τζουράς καταλαμβάνει ενδιάμεση θέση.

  • Ο μπαγλαμάς είναι τρίχορδο όργανο με μικρό σκάφος και κοντύτερο μπράτσο από το μπουζούκι, χαρακτηριστικά που τον κάνουν εύκολο στη μεταφορά.
  • Το κούρδισμά του βρίσκεται μία οκτάβα πάνω από το τρίχορδο μπουζούκι: Ρε–Λα–Ρε, με τις χορδές οργανωμένες σε τρεις σειρές.
  • Το μικρό σώμα του μπαγλαμά διευκολύνει τη μετακίνησή του και επιτρέπει να παίζεται σε περιορισμένο χώρο, χωρίς να απαιτείται ογκώδης θήκη.
  • Ο τζουράς είναι μεγαλύτερος από τον μπαγλαμά και μικρότερος από το τρίχορδο μπουζούκι· διαθέτει επίσης τρεις σειρές χορδών.
  • Στην κλίμακα μεγέθους, ο μπαγλαμάς βρίσκεται πρώτος, ο τζουράς στη μέση και το τρίχορδο μπουζούκι τελευταίο, με μεγαλύτερο σκάφος.

Οι διαστάσεις επηρεάζουν την αίσθηση στο χέρι και την προβολή του ήχου, χωρίς να αλλάζουν τον βασικό συγγενικό χαρακτήρα των οργάνων. Η επιλογή εξαρτάται από το επιθυμητό μέγεθος και την ευκολία μεταφοράς.

Δρόμοι, όχι μόνο ματζόρε

Η ρεμπέτικη μελωδία οργανώνεται συχνά γύρω από ονομασμένους δρόμους, όπως ο χιτζάζ, ο ουσάκ και ο ραστ. Οι δρόμοι προσφέρουν μελωδικά σχήματα και σημεία έλξης που δεν περιγράφονται πλήρως αν ένα κομμάτι χαρακτηριστεί απλώς ματζόρε ή μινόρε.

Στον χιτζάζ, η χαρακτηριστική απόσταση ανάμεσα σε βαθμίδες δημιουργεί έντονη αναμονή και αναγνωρίσιμη ανατολίζουσα χροιά. Η μελωδία συχνά αξιοποιεί αυτή την ένταση με μικρές κινήσεις γύρω από τις βασικές νότες και με επιστροφή σε σταθερά σημεία του δρόμου. Το αποτέλεσμα δεν προκύπτει μόνο από μια κλίμακα ανεβασμένη και κατεβασμένη, αλλά από τον τρόπο που αναπτύσσονται οι φράσεις.

Ο ουσάκ έχει πιο εσωστρεφή, λυρική αίσθηση και στηρίζεται σε χαρακτηριστικές κινήσεις γύρω από τη χαμηλωμένη δεύτερη βαθμίδα. Οι λεπτομέρειες της εκτέλεσης μπορεί να διαφέρουν ανάλογα με το τραγούδι και τη μελωδική φράση, γι’ αυτό η ακρόαση των καταλήξεων είναι εξίσου σημαντική με την απομνημόνευση των νοτών.

Ο ραστ δίνει συνήθως σταθερότερο, φωτεινό άκουσμα, αλλά διατηρεί δική του μελωδική συμπεριφορά και δεν ταυτίζεται απλώς με μια ματζόρε κλίμακα. Για να αναγνωριστεί ένας δρόμος στο μπουζούκι, προσέξτε πού καταλήγει η φράση, ποιες νότες τονίζονται και πώς συνδέονται τα διαστήματα. Έτσι, οι ονομασίες χιτζάζ, ουσάκ και ραστ περιγράφουν πραγματικές επιλογές στη γραμμή της μελωδίας.

Πένα και τρέμολο

Το τρέμολο είναι χαρακτηριστικός τρόπος να παραμένει μια νότα ακουστή για περισσότερη ώρα, με γρήγορες επαναλαμβανόμενες κινήσεις της πένας. Δεν πρόκειται για μία αδιάκοπη επαφή της χορδής, αλλά για διαδοχικές, ελεγχόμενες επιθέσεις.

  • Η πένα κινείται εναλλάξ προς τα κάτω και προς τα πάνω, με μικρή διαδρομή ώστε οι χτύποι να ακούγονται ομοιόμορφοι.
  • Η κίνηση ξεκινά κυρίως από τον καρπό, ενώ το κράτημα παραμένει χαλαρό για να αποφεύγεται ο σκληρός και άνισος ήχος.
  • Η πένα χτυπά την ίδια χορδή με σταθερή ένταση και ρυθμό· η ταχύτητα αυξάνεται χωρίς να μεγαλώνει υπερβολικά το εύρος της κίνησης.
  • Το τρέμολο γεμίζει τις μακρές αξίες και στηρίζει τη μελωδία μέσα στο σύνολο, χωρίς να καλύπτει τη φωνή ή τα υπόλοιπα όργανα.

Η οικογένεια περιλαμβάνει τρία μεγέθη —μπαγλαμά, τζουρά και τρίχορδο— και τις δύο μορφές μπουζουκιού, το τρίχορδο και το τετράχορδο.

Συχνές ερωτήσεις για το μπουζούκι

Οι απαντήσεις ξεκαθαρίζουν βασικά στοιχεία για τις χορδές, το κούρδισμα, την ονομασία και ένα συγγενικό μικρό όργανο.

Πόσες χορδές έχει το μπουζούκι;

Το τρίχορδο μπουζούκι έχει έξι χορδές και το τετράχορδο οκτώ. Οι χορδές είναι οργανωμένες σε ζεύγη, που ονομάζονται σειρές ή τάξεις, οπότε το τρίχορδο έχει τρεις σειρές και το τετράχορδο τέσσερις. Η ονομασία περιγράφει τον αριθμό των σειρών και όχι τον συνολικό αριθμό των μεμονωμένων χορδών. Κάθε ζεύγος δίνει πιο γεμάτο ήχο από μία μονή χορδή, ενώ η επιπλέον σειρά του τετράχορδου προσφέρει διαφορετική διάταξη φθόγγων για τη μελωδία και τις συγχορδίες. Έτσι, για να αναγνωρίσετε τον τύπο, μετρήστε τα ζεύγη και όχι τις χορδές μία προς μία.

Ποιο είναι το κούρδισμα του τετράχορδου;

Το τετράχορδο μπουζούκι κουρδίζεται, από τη χαμηλότερη προς την υψηλότερη σειρά, ντο–φα–λα–ρε. Σε κάθε σειρά υπάρχουν δύο χορδές: τα ζεύγη του ντο και του φα κουρδίζονται σε διάστημα οκτάβας, ενώ τα ζεύγη του λα και του ρε είναι ταυτοφωνίες. Η διάταξη συνδυάζει, επομένως, χαμηλές σειρές με διπλασιασμό στην οκτάβα και ψηλές σειρές με δύο ίδιους φθόγγους. Οι οκτάβες προσθέτουν βάθος και πλούσιο χρωματισμό, ενώ οι ταυτοφωνίες δίνουν πιο συμπαγή, σταθερή απόκριση στις ψηλότερες νότες. Αυτός ο συνδυασμός ακούγεται καθαρά τόσο στις μελωδικές φράσεις όσο και στις συγχορδίες.

Το μπουζούκι και τα μπουζούκια είναι το ίδιο;

Όχι, το μπουζούκι είναι μουσικό όργανο, ενώ η λέξη «μπουζούκια» χρησιμοποιείται συχνά για τα νυχτερινά κέντρα διασκέδασης. Η διαφορά φαίνεται από το νόημα της πρότασης: «μαθαίνω μπουζούκι» σημαίνει ότι κάποιος μελετά το όργανο, ενώ «βγήκαμε στα μπουζούκια» αναφέρεται σε έξοδο σε χώρο ζωντανής διασκέδασης. Στη δεύτερη χρήση, ο πληθυντικός δεν δηλώνει πολλά όργανα ούτε κάποιον διαφορετικό τύπο μπουζουκιού. Η φράση περιγράφει το είδος του χώρου και το μουσικό πρόγραμμα που φιλοξενεί, όχι το αντικείμενο που κρατά ο μουσικός στα χέρια του.

Τι είναι ο μπαγλαμάς;

Ο μπαγλαμάς είναι μικρό τρίχορδο λαούτο, κουρδισμένο μία οκτάβα πάνω από το τρίχορδο μπουζούκι. Έχει μικρότερο σκάφος και κοντύτερο μπράτσο, γι’ αυτό καταλαμβάνει λιγότερο χώρο και μεταφέρεται εύκολα. Σε ένα μουσικό σύνολο μπορεί να στηρίζει τον ρυθμό και να συμπληρώνει τη μελωδία με σύντομες φράσεις, χωρίς να καλύπτει τον ήχο των μεγαλύτερων οργάνων. Το συμπαγές μέγεθός του τον κάνει πρακτικό για πρόβες, μικρούς χώρους και μετακινήσεις. Παρά τις διαστάσεις του, παραμένει κανονικό έγχορδο με δικό του ρόλο στη συνολική υφή της εκτέλεσης.

Σε αυτή την ενότητα

  • Ρεμπέτικο

    Ρεμπέτικο: σμυρναίικο και πειραιώτικο, όργανα, ζεϊμπέκικο σε 9/8, η εγγραφή στην UNESCO το 2017 και η λογοκρισία του 1936. Χωρίς βιογραφίες και…

  • Λαϊκό τραγούδι

    Λαϊκό τραγούδι: διαφορά από το ρεμπέτικο, τετράχορδο μπουζούκι, ορχήστρα του κέντρου και πίστα. Χωρίς ονόματα σεζόν και χωρίς πρόγραμμα μαγαζιών.

  • Έντεχνο στη σκηνή

    Έντεχνο στη σκηνή: ποίηση με λαϊκά όργανα, ο Επιτάφιος του 1958 και η διάλεξη του 1949. Καθιστή συναυλία, όχι πίστα και όχι…