Τι είναι το ρεμπέτικο
Το ρεμπέτικο είναι αστική μουσική και χορευτική έκφραση που διαμορφώθηκε και διαδόθηκε στις αρχές του 20ού αιώνα. Η πορεία του συνδέεται με διαφορετικά αστικά περιβάλλοντα, ιδίως με τη Σμύρνη και τον Πειραιά, χωρίς τα δύο ρεύματα να αποτελούν απομονωμένες ή απολύτως ομοιόμορφες σχολές. Η μεταφορά των τραγουδιών από στόμα σε στόμα, οι ηχογραφήσεις και η διδασκαλία συνέβαλαν στη διάδοση και στη διατήρηση του ρεπερτορίου. Το 2017 το ρεμπέτικο εγγράφηκε από την ΟΥΝΕΣΚΟ στον Αντιπροσωπευτικό Κατάλογο της Άυλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς της Ανθρωπότητας. Η διάκριση ανάμεσα στο είδος και στα επιμέρους τραγούδια βοηθά να περιγραφεί με ακρίβεια αυτή η μουσική παράδοση.
Αστικό τραγούδι
Η ΟΥΝΕΣΚΟ περιγράφει το ρεμπέτικο ως μουσική και χορευτική έκφραση που διαδόθηκε στις αρχές του 20ού αιώνα. Η εγγραφή του το 2017 στον Αντιπροσωπευτικό Κατάλογο της Άυλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς της Ανθρωπότητας έγινε με την απόφαση 12.ΚΟΜ 11.β.11, στο πλαίσιο της υποψηφιότητας 01291 από την Ελλάδα. Η αναγνώριση αφορά μια ζωντανή πολιτισμική πρακτική: τραγούδια, μουσική εκτέλεση, χορό και τρόπους μετάδοσης, όχι απλώς ένα σύνολο παλαιών ηχογραφήσεων.
Ως αστικό τραγούδι, το ρεμπέτικο αναπτύχθηκε σε πόλεις και λιμάνια, όπου άνθρωποι με διαφορετικές καταγωγές, επαγγέλματα και εμπειρίες συναντούσαν νέους τρόπους διασκέδασης και επικοινωνίας. Οι στίχοι αντλούσαν υλικό από καθημερινές καταστάσεις, προσωπικές σχέσεις, εργασία, μετακινήσεις και δυσκολίες της ζωής. Δεν εκφράζουν όλοι την ίδια κοινωνική ομάδα ούτε αφηγούνται αποκλειστικά έναν συγκεκριμένο τρόπο ζωής· το ρεπερτόριο περιλαμβάνει διαφορετικές φωνές και οπτικές.
Για μεγάλο διάστημα, η μετάδοση γινόταν κυρίως προφορικά. Ένας ερμηνευτής μάθαινε ένα τραγούδι ακούγοντάς το από άλλους μουσικούς και τραγουδιστές, ενώ οι μελωδίες και οι στίχοι μπορούσαν να μεταβάλλονται ανάλογα με την εκτέλεση. Οι ηχογραφήσεις, που κυκλοφόρησαν στις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα, έδωσαν σε συγκεκριμένες εκδοχές ευρύτερη διάδοση και επέτρεψαν στο κοινό να τις ακούει ξανά. Αργότερα, σχολές και συστηματικά μαθήματα πρόσθεσαν έναν οργανωμένο τρόπο εκμάθησης, χωρίς να καταργήσουν τη μάθηση μέσα από την ακρόαση και τη συμμετοχή.
Η σημασία του ρεμπέτικου βρίσκεται και στο ότι λειτουργεί ως ρεπερτόριο που εξακολουθεί να εκτελείται, να μελετάται και να επανερμηνεύεται. Ένα τραγούδι μπορεί να διατηρεί αναγνωρίσιμη τη μελωδία και τον στίχο του, ενώ η εκτέλεση αλλάζει ως προς την ταχύτητα, τη φωνητική απόδοση ή τη μουσική συνοδεία. Αυτή η συνύπαρξη σταθερών έργων και ζωντανής πρακτικής εξηγεί γιατί η παράδοση δεν περιορίζεται σε ένα ιστορικό αρχείο: συνεχίζει να περνά από μουσικούς σε ακροατές και από γενιά σε γενιά.
Σμύρνη και Πειραιάς με μια ματιά
Οι ονομασίες σμυρναίικο και πειραιώτικο περιγράφουν δύο βασικά ρεύματα με διαφορετικές αφετηρίες και ηχητικές αναφορές. Τα γνωρίσματά τους δεν είναι απόλυτοι κανόνες, καθώς οι μουσικοί, τα τραγούδια και οι τρόποι εκτέλεσης κυκλοφορούσαν ανάμεσα σε πόλεις και κοινά.
| Στοιχείο | Σμυρναίικο | Πειραιώτικο |
|---|---|---|
| Προέλευση και περιβάλλον | Συνδέεται με τη μουσική παράδοση της Σμύρνης και τα αστικά μουσικά στέκια της δυτικής Μικράς Ασίας. | Συνδέεται με τον Πειραιά, το λιμάνι και τα αστικά περιβάλλοντα της Ελλάδας. |
| Συνηθισμένα όργανα | Σε εκτελέσεις συναντώνται, μεταξύ άλλων, σαντούρι, βιολί και ούτι. | Συχνά κυριαρχούν το μπουζούκι και ο μπαγλαμάς, με κιθάρα στη συνοδεία. |
| Ηχητική εντύπωση | Μπορεί να αναδεικνύει μελωδικές γραμμές και τροπικές αποχρώσεις που συνδέονται με την ευρύτερη μουσική παράδοση της περιοχής. | Συχνά δίνει πιο έντονη έμφαση στη μελωδική φράση του μπουζουκιού και στη σταθερή συνοδεία. |
| Μέτρα και χοροί | Συναντώνται καρσιλαμάδες σε 9/8 και τσιφτετέλια, με ποικίλες επιμέρους αγωγές. | Συχνά ακούγονται ζεϊμπέκικα σε 9/8 και χασάπικα σε 2/4. |
| Σχέση των ρευμάτων | Οι διαφορές δείχνουν διαφορετικές καταβολές, όχι στεγανά: κοινά ακροατήρια και μετακινήσεις μουσικών συνέβαλαν στη συνάντηση και την αλληλεπίδραση των δύο ρευμάτων. | |
Οι αναφορές στον ήχο, στα όργανα και στους χορευτικούς ρυθμούς είναι ενδεικτικές, όχι αποκλειστικές. Για να αναγνωριστεί ένα τραγούδι, μετρά ο συνδυασμός της μελωδίας, του τρόπου εκτέλεσης και του ιστορικού περιβάλλοντος, όχι ένα μεμονωμένο όργανο ή μέτρο.
Ρεμπέτικο και ρεμπέτικα
«Ρεμπέτικο» είναι το είδος, ενώ «ρεμπέτικα» είναι τα τραγούδια που ανήκουν σε αυτό. Η διαφορά είναι γραμματική και ουσιαστική: η λέξη στον ενικό περιγράφει την ευρύτερη μουσική παράδοση, ενώ ο πληθυντικός αναφέρεται στα επιμέρους έργα και στο σχετικό ρεπερτόριο. Έτσι, μπορεί κανείς να μιλήσει για την ιστορία του ρεμπέτικου ή για συγκεκριμένα ρεμπέτικα τραγούδια.
Στο εσωτερικό του είδους διακρίνονται, σε γενικές γραμμές, δύο βασικά ρεύματα: το σμυρναίικο και το πειραιώτικο. Οι ονομασίες δείχνουν διαφορετικές ιστορικές και μουσικές αφετηρίες, αλλά δεν περιγράφουν δύο εντελώς χωριστούς κόσμους. Το ρεπερτόριο διαμορφώθηκε μέσα από επαφές, ακροάσεις και νέες εκτελέσεις, γι’ αυτό ένα τραγούδι μπορεί να φέρει γνωρίσματα που δεν χωρούν σε μία μόνο κατηγορία.
Ο όρος αφορά μουσική που τραγουδιέται και παίζεται, είτε σε ζωντανή εκτέλεση είτε μέσα από ηχογραφήσεις. Δεν σημαίνει κατάλογο συναυλιών, πρόγραμμα εμφανίσεων ή ημερολόγιο εκδηλώσεων. Η διάκριση αυτή επιτρέπει να χρησιμοποιείται ο όρος με ακρίβεια: άλλο το είδος ως ζωντανή πρακτική και άλλο τα τραγούδια που αποτελούν το ρεπερτόριό του.
Σμύρνη, Πειραιάς και όργανα
Οι μουσικές εκφράσεις που συνδέονται με τη Σμύρνη και τον Πειραιά διαμορφώθηκαν μέσα από διαφορετικές αστικές συνθήκες και πρακτικές. Η διάκριση γίνεται αισθητή τόσο στην επιλογή των οργάνων όσο και στον τρόπο που αυτά συνοδεύουν και αναδεικνύουν το τραγούδι. Το σμυρναίικο σύνολο αξιοποιεί ηχοχρώματα μελωδικά και λεπτομερώς στολισμένα, ενώ το πειραιώτικο στηρίζεται σε διαφορετική ορχηστρική ισορροπία. Η ιστορική μετακίνηση μουσικών μετά το 1922 συνέβαλε στη συνάντηση αυτών των παραδόσεων στον αστικό χώρο.
Σμυρναίικο και καφέ αμάν
Το σμυρναίικο, όπως ακουγόταν στα καφέ αμάν, στηρίζεται σε σύνολο με βιολί, ούτι, σαντούρι και κανονάκι. Κάθε όργανο έχει διακριτό μελωδικό ή συνοδευτικό ρόλο και διαφορετικό τρόπο παραγωγής του ήχου.
- Το βιολί αναλαμβάνει συχνά τη βασική μελωδία και τα περάσματα ανάμεσα στις φράσεις, με γλιστρήματα και μικρά στολίδια που ακολουθούν τις φωνητικές αποχρώσεις.
- Το ούτι προσφέρει βαθύ, θερμό ηχόχρωμα και μπορεί να παίξει μελωδικές γραμμές ή αρπιστές συνοδείες, με πένα που αφήνει ευδιάκριτη, μαλακή άρθρωση.
- Το σαντούρι απλώνει λαμπερό ήχο με γρήγορες, διαδοχικές νότες· ο εκτελεστής χτυπά τις χορδές με μικρά σφυράκια και ελέγχει προσεκτικά τη διάρκεια.
- Το κανονάκι δημιουργεί πυκνές μελωδικές κινήσεις και διακριτές αρμονικές βάσεις, ενώ τα μετακινούμενα μανταλάκια επιτρέπουν στον εκτελεστή να προσαρμόζει τον τονισμό.
- Στο σύνολο, οι μελωδικές φράσεις μπορούν να περνούν από το βιολί στο ούτι και στα πληκτά όργανα, δημιουργώντας πλούσια υφή χωρίς ενιαίο ηχόχρωμα.
Οι εκτελεστές χρειάζονται ακρίβεια στις μικροδιακυμάνσεις του τονισμού και ευελιξία στην ornamentική απόδοση, ώστε οι φράσεις των οργάνων να συνομιλούν με τη φωνή. Το αποτέλεσμα παραμένει αναγνωρίσιμο από την ποικιλία των χροιών και τη λεπτομερή μελωδική επεξεργασία.
Πειραιώτικο
Στη δεκαετία του 1930, το πειραιώτικο ρεύμα της λαϊκής μουσικής του Πειραιά διαμορφώνει πιο λιτή ορχηστρική διάταξη, με μπουζούκι, μπαγλαμά και κιθάρα. Τα όργανα μοιράζονται τη μελωδία, τον ρυθμικό παλμό και την αρμονική στήριξη.
- Το μπουζούκι προβάλλει τη βασική μελωδία με πένα, επαναλαμβανόμενα μοτίβα και σύντομα ταξίμια· οι τρίχορδες και τετράχορδες εκδοχές έχουν διαφορετικό εύρος και κουρδίσματα.
- Ο μπαγλαμάς, μικρότερος σε μέγεθος και με οξύ, διαπεραστικό ήχο, συμπληρώνει τις φράσεις του μπουζουκιού και ενισχύει τον παλμό με κοφτές πενιές.
- Η κιθάρα στηρίζει την αρμονία και κρατά σταθερή συνοδεία με συγχορδίες, ενώ οι μπασογραμμές της βοηθούν να ξεχωρίζουν οι αλλαγές των μουσικών φράσεων.
- Η πένα, οι επαναλαμβανόμενες κινήσεις και τα κουρδίσματα των νυκτών οργάνων προσαρμόζονται στο κάθε κομμάτι· η συνοδεία αφήνει χώρο στη φωνή και στα οργανικά περάσματα.
Το όνομα του Μάρκου Βαμβακάρη (1905–1972) συνδέεται με το πειραιώτικο ρεμπέτικο. Το μπουζούκι ανήκει κυρίως στο ρεύμα του Πειραιά, ενώ το βιολί και το ούτι στο σμυρναίικο· και τα δύο αποτελούν ρεμπέτικο.
Το 1922 και η συνθήκη του 1923
Μετά το 1922, η αναγκαστική απομάκρυνση ελληνικών πληθυσμών από τη Μικρά Ασία και η εγκατάσταση προσφύγων σε πόλεις της Ελλάδας άλλαξαν την κοινωνική και πολιτισμική σύνθεση του αστικού χώρου. Ανάμεσα στους ανθρώπους που μετακινήθηκαν βρίσκονταν μουσικοί, τραγουδιστές και τεχνίτες οργάνων, οι οποίοι έφεραν μαζί τους τρόπους εκτέλεσης και μουσικές πρακτικές που είχαν αναπτυχθεί στα παράλια της Μικράς Ασίας. Η Σύμβαση της Λωζάννης για την ανταλλαγή των πληθυσμών υπογράφηκε στις 30 Ιανουαρίου 1923 και εντάχθηκε στο πλαίσιο των συμφωνιών της Λωζάννης, που ολοκληρώθηκαν με τη συνθήκη της 24ης Ιουλίου 1923. Η υποχρεωτική ανταλλαγή οργανώθηκε κυρίως με θρησκευτικά κριτήρια και προέβλεπε συγκεκριμένες εξαιρέσεις για ορισμένες κοινότητες. Η εφαρμογή της επηρέασε τη μετεγκατάσταση ανθρώπων προς την Αθήνα και τον Πειραιά, χωρίς οι διαδρομές και οι εμπειρίες όλων να είναι ίδιες. Στις νέες γειτονιές, οι μουσικοί βρέθηκαν σε διαφορετικά επαγγελματικά και κοινωνικά περιβάλλοντα και συνέχισαν να παίζουν για κοινά με ποικίλες καταβολές. Η μεταφορά γνώσεων, οργάνων και τρόπων ερμηνείας συνέβαλε στη συνάντηση μουσικών πρακτικών και στη διαμόρφωση της αστικής μουσικής ζωής, χωρίς να εξαφανιστούν οι τοπικές ιδιαιτερότητες.
Ρυθμοί και πού ακούγεται
Στο Ρεμπέτικο, ο ρυθμός γίνεται αντιληπτός τόσο από την ομαδοποίηση των χτύπων όσο και από τον τρόπο που κινείται η μελωδία. Το ζεϊμπέκικο, το χασάπικο, το χασαποσέρβικο και το τσιφτετέλι έχουν διαφορετικά μέτρα και ταχύτητες, γι’ αυτό δεν μετρώνται όλα με τον ίδιο τρόπο. Μια ακρόαση μπορεί να ξεκινήσει μετρώντας σταθερά τις ομάδες και συνεχίζοντας με το άκουσμα των τονισμών. Η ιστορική πορεία του τραγουδιού επηρεάστηκε επίσης από τη λογοκρισία που επιβλήθηκε το 1936. Σήμερα ακούγεται σε μικρούς χώρους, ταβέρνες και συναυλίες αφιερωμένες στο τραγούδι.
Ζεϊμπέκικο, χασάπικο, τσιφτετέλι
Τα μέτρα ξεχωρίζουν πιο καθαρά όταν μετρώνται ως μικρές ομάδες και όχι ως μια αδιάκοπη σειρά χτύπων. Οι αριθμοί στον πίνακα δηλώνουν το μέτρο και η ομαδοποίηση δείχνει πώς μπορεί να ακουστεί στην πράξη.
| Χορός | Μέτρο | Ομαδοποίηση και ακουστικό σημείο |
|---|---|---|
| Ζεϊμπέκικο | Συνήθως 9/8 | 2+2+2+3· μετρήστε τρεις δυάδες και έπειτα μια τριάδα |
| Χασάπικο | 2/4 ή 4/4 | Ακούστε τις ισόχρονες μονάδες σε δυάδες ή τετράδες |
| Χασαποσέρβικο | Ταχύτερο 2/4 | Κρατήστε τη δυάδα σταθερή, χωρίς να επιβραδύνετε για να μετρήσετε |
| Τσιφτετέλι | 4/4 | Μετρήστε τέσσερις ισόχρονες μονάδες και εντοπίστε την επαναφορά της φράσης |
Στο ζεϊμπέκικο, πείτε χαμηλόφωνα «ένα-δύο, ένα-δύο, ένα-δύο, ένα-δύο-τρία». Η τελευταία ομάδα έχει τρεις μονάδες, οπότε το μοτίβο δεν είναι μια κανονική τετράδα· αυτή η μικρή ασυμμετρία βοηθά να αναγνωριστεί ακόμη και όταν η μελωδία γεμίζει τα κενά. Μπορείτε να χτυπάτε απαλά με το χέρι κάθε μονάδα και να αφήνετε εντονότερο το τέλος κάθε ομάδας, χωρίς να προσθέτετε επιπλέον χτύπους. Στο χασάπικο, η μέτρηση σε 2/4 δίνει δύο βασικές μονάδες, ενώ η γραφή 4/4 οργανώνει τέσσερις μονάδες στην ίδια ευρύτερη φράση. Το χασαποσέρβικο κρατά τη δυαδική βάση, αλλά η γρηγορότερη αγωγή κάνει το μέτρημα πιο συμπαγές. Στο τσιφτετέλι, η τετράδα του 4/4 ακούγεται συχνά ως σταθερός κύκλος: μετρήστε «ένα, δύο, τρία, τέσσερα» και παρατηρήστε πού επιστρέφει η μουσική φράση. Η ακρόαση της επανάληψης, μαζί με τη σταθερή μέτρηση, είναι ασφαλέστερος οδηγός από την προσπάθεια να αναγνωριστεί ο χορός μόνο από την ταχύτητα.
Η λογοκρισία από το 1936
Από τις 4 Αυγούστου 1936, με την εγκαθίδρυση του καθεστώτος Μεταξά, η λογοκρισία επεκτάθηκε και στις ηχογραφήσεις. Ιδιαίτερα ευαίσθητοι ήταν οι στίχοι που αναφέρονταν στο χασίς, στη χρήση ναρκωτικών και στον υπόκοσμο, θέματα που συνδέονταν με την εικόνα των αστικών περιθωρίων. Οι έλεγχοι μπορούσαν να οδηγήσουν σε απόρριψη τραγουδιού ή σε απαίτηση αλλαγής των στίχων πριν από την κυκλοφορία του. Η παρέμβαση επηρέασε άμεσα τη δισκογραφία: ορισμένες ηχογραφήσεις δεν προχωρούσαν, ενώ σε άλλες οι λέξεις αντικαθίσταντο ή αφαιρούνταν ώστε το τραγούδι να μπορεί να ηχογραφηθεί. Έτσι, η ίδια σύνθεση μπορούσε να κυκλοφορήσει με διαφορετική διατύπωση από εκείνη που είχε αρχικά γραφτεί ή τραγουδηθεί. Οι συνέπειες δεν περιορίστηκαν στο περιεχόμενο των στίχων· η αβεβαιότητα γύρω από την έγκριση περιόριζε και το τι μπορούσε να καταγραφεί εμπορικά. Η έναρξη αυτής της περιόδου συνδέεται με την 4η Αυγούστου 1936, χωρίς να χρειάζεται να αποδοθεί σε αυτήν κάποιος συγκεκριμένος αριθμός διατάγματος.
Ταβέρνα και σκηνή, όχι σεζόν
Σήμερα το ρεμπέτικο ακούγεται συχνά σε μικρούς χώρους, ταβέρνες και συναυλίες τραγουδιού, όπου η εγγύτητα κοινού και μουσικών επιτρέπει να παρακολουθεί κανείς καθαρά τις φωνές και τον διάλογο των οργάνων. Η εμπειρία διαφέρει από μια μεγάλη παραγωγή: σε ένα μικρό σχήμα, οι αλλαγές στην ένταση και στις εισόδους των μουσικών γίνονται πιο άμεσα αντιληπτές. Οι συναυλίες μπορεί να είναι αφιερωμένες σε τραγούδια και δημιουργούς διαφορετικών περιόδων, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι υπάρχει σταθερό πρόγραμμα κλαμπ ή ενιαία «σεζόν». Η αναβίωση που αναπτύχθηκε από τη δεκαετία του 1970 και συνεχίστηκε τη δεκαετία του 1980 έφερε το είδος σε ακροατές πέρα από το πρώτο αστικό του περιβάλλον. Τραγούδια που είχαν συνδεθεί με συγκεκριμένες κοινότητες και χώρους πέρασαν σε νέες μουσικές παρέες, συναυλιακές σκηνές και ευρύτερα ακροατήρια. Η διεύρυνση αυτή δεν αναιρεί τις παλαιότερες μορφές ερμηνείας, αλλά προσθέτει νέους τρόπους παρουσίασης και ακρόασης. Η συμμετοχή των γυναικών αποτελεί επίσης μέρος της ζωντανής συνέχειας: γυναίκες τραγουδούν και παίζουν όργανα, αντί να περιορίζονται σε έναν μόνο ρόλο. Η περιγραφή της παράδοσης από την UNESCO αναγνωρίζει αυτή την αυξημένη συμμετοχή στη μουσική πράξη. Για να βρείτε το είδος σήμερα, αναζητήστε μικρές μουσικές βραδιές, ταβέρνες ή συναυλίες τραγουδιού και ελέγξτε την εκάστοτε ανακοίνωση του χώρου, καθώς δεν υπάρχει ενιαίο ημερολόγιο εμφανίσεων.
Συχνές ερωτήσεις για το ρεμπέτικο
Οι σύντομες απαντήσεις ξεκαθαρίζουν βασικές μουσικές και ιστορικές διακρίσεις γύρω από το ρεμπέτικο.
Το ρεμπέτικο είναι λαϊκό;
Ναι, το ρεμπέτικο αποτελεί μορφή αστικής λαϊκής μουσικής, αλλά δεν ταυτίζεται με το μεταγενέστερο λαϊκό τραγούδι. Ο όρος «λαϊκό» μπορεί να περιγράφει ευρύτερα μουσική που δημιουργείται και διαδίδεται στον λαό, ενώ το «λαϊκό-λαϊκό» συνήθως αναφέρεται σε νεότερο είδος που διαμορφώθηκε μετά την ακμή του ρεμπέτικου. Για παράδειγμα, ένα ρεμπέτικο τραγούδι του Μεσοπολέμου ανήκει σε διαφορετική ιστορική και μουσική περίοδο από ένα μεταπολεμικό λαϊκό τραγούδι, παρότι τα δύο είδη συνδέονται.
Ποια όργανα έχει το πειραιώτικο;
Το πειραιώτικο βασίζεται κυρίως στο μπουζούκι, τον μπαγλαμά και την κιθάρα. Το μπουζούκι αναλαμβάνει συχνά τη μελωδία και τις οργανικές φράσεις, ο μπαγλαμάς προσθέτει σύντομες απαντήσεις και σταθερό ηχητικό χρώμα, ενώ η κιθάρα στηρίζει την αρμονία και τον ρυθμό. Η πένα δίνει καθαρές, κοφτές πενιές, ιδιαίτερα στα οργανικά περάσματα. Σε σύγκριση με το σμυρναίικο, όπου συναντώνται όργανα όπως το σαντούρι, το ούτι και το βιολί, ο ήχος του Πειραιά είναι πιο στενά δεμένος με το μπουζούκι.
Τι ρυθμός είναι το ζεϊμπέκικο;
Το ζεϊμπέκικο έχει συνήθως μέτρο 9/8. Οι εννέα όγδοοι οργανώνονται σε ομάδες 2+2+2+3, με αποτέλεσμα έναν άνισο παλμό που δεν ακούγεται σαν εννέα ισότιμα χτυπήματα. Για να το αναγνωρίσετε, μετρήστε «ένα-δύο, ένα-δύο, ένα-δύο, ένα-δύο-τρία» και προσέξτε τη μεγαλύτερη κατάληξη της τελευταίας ομάδας. Ο χορευτής δεν ακολουθεί υποχρεωτικά ένα σταθερό βηματολόγιο· η κίνηση μπορεί να απαντά στις τονισμένες φράσεις της μουσικής.
Γιατί το αναφέρει η UNESCO;
Η ΟΥΝΕΣΚΟ το αναφέρει επειδή το ρεμπέτικο έχει εγγραφεί στον κατάλογο άυλης πολιτιστικής κληρονομιάς. Η εγγραφή έγινε το 2017 και αναγνωρίζει όχι μόνο τα τραγούδια, αλλά και τη ζωντανή παράδοση που τα περιβάλλει. Η ιστορία του συνδέεται με την αστική ζωή, ενώ η μετάδοσή του περνά μέσα από το τραγούδι, την εκμάθηση των μουσικών πρακτικών και τη συμμετοχή σε κοινές μουσικές περιστάσεις. Η διάσταση αυτή το καθιστά πολιτιστική πρακτική και όχι απλώς ένα σύνολο παλιών ηχογραφήσεων.